ἐφηβικός

ἐφηβ-ικός, ή, όν, [dialect] Dor. [pref] ἐφᾱβ-, ά, όν,
A of or for an

ἔφηβος, ἀθλα Theoc.23.56

.
II τὸ ἐφηβικόν,
1 = ἐφηβεία 1, Luc.Nav. 3.
2 part of the theatre assigned to the youths, Poll.4.122; -κὸς τόπος Sch.Ar.Av.795.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφηβικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφηβικός — ή, ό (Α ἐφηβικός, ή, όν, δωρ. τ. ἐφαβικός) [έφηβος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους εφήβους ή στην εφηβική ηλικία, νεανικός (α. «ἐφαβικὰ βαῑνε δ ἐς ἆθλα», Θεόκρ. β. «εμάντευες όλο εκείνο το εφηβικό κορμί το μεστωμένο», Ξενόπλ.) νεοελλ. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • εφηβικός — [эфивикос] εκ. юношеский …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εφηβικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον έφηβο: Εφηβική ηλικία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφηβικόν — ἐφηβικός of masc acc sg ἐφηβικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηβικούς — ἐφηβικός of masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηβική — ἐφηβικός of fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηβικήν — ἐφηβικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαβικά — ἐφᾱβικά , ἐφηβικός of neut nom/voc/acc pl (doric) ἐφᾱβικά̱ , ἐφηβικός of fem nom/voc/acc dual (doric) ἐφᾱβικά̱ , ἐφηβικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ικός — (ΑΜ ικός) κατάλ. που προήλθε από τον συνδυασμό τού ΙΕ επιθήματος kο με θέματα σε i . Στην Ελληνική ο συνδυασμός αυτός παραμένει ευδιάκριτος σε επίθ. όπως φυσι κό ς (< φύσι ς), μαντι κό ς (< μάντι ς). Το ΙΕ επίθημα * kο υπήρξε παραγωγικότατο …   Dictionary of Greek

  • αγένειος — α, ο (Α ἀγένειος ον) [γένειον] ο αγένειαστος* αρχ. αυτός που αρμόζει σε έφηβο, εφηβικός, νεανικός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.